Ιούνιος 2017
ΔΤΤΠΠΣΚ
1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930
   
   

Εκκλησία

Μητροπόλεις

Στον Νομό Λακωνίας εδρεύουν δύο Μητροπόλεις: Η Ιερά Μητρόπολις Μονεμβασίας και Σπάρτης

και η Ιερά Μητρόπολις Γυθείου και Οιτύλου με έδρες τη Σπάρτη και το Γύθειο αντίστοιχα.

Ιερά Μητρόπολις Μονεμβασίας και Σπάρτης

Πρώτος μετά τη νέα εκκλησιαστική διαίρεση αρχιερέας στην αρχιεπισκοπή Μονεμβασίας και Σπάρτης χειρονονείται ο Διονύσιος Σασανάς (1852-1876) θεολόγος και λόγιος, ο οποίος κατά τη μακρά ποιμαντορία του προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες. Την περίοδο της δεκαεξαετούς χηρείας του θρόνου που ακολουθεί, την υπευθυνότητα των εκκλησιαστικών πραγμάτων της Επισκοπής Λακεδαίμονος έχει Επιτροπή (Β’ Επισκοπική Επιτροπεία 1876- 1892) .

Το 1892 στο θρόνο τής τοπικής Εκκλησίας ανέρχεται ο Θεόκλητος Μηνόπουλος (1892-1902) από την Τρίπολη. Ο νέος Αρχιεπίσκοπος με ιδιαίτερες μεταπτυχιακές σπουδές (διδάκτορας φιλοσοφίας Γερμανικού Παν/μίου) αναλαμβάνει τη διοίκηση της επαρχίας, που βρισκόταν σε άθλια πνευματική κατάσταση, λόγω της μακρόχρονης χηρείας. Για το λόγο αυτό επιδιώκει με κάθε τρόπο την πνευματική και ηθική εξύψωση, τόσο του κλήρου όσο και του λαού. Με το όνομά του έχει συνδεθεί ο καθεδρικός ναός της πόλεως, τον οποίο εγκαινιάζει στη μνήμη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και της Αγίας Βαρβάρας, την 26η Νοεμβρίου 1893. Επίσης, αναζωπυρώνει τη λησμονημένη μνήμη του πολιούχου της Λακεδαίμονος Οσίου Νίκωνος του «Μετανοείτε». Με ενέργειες του Θεοκλήτου ανιδρύεται προσωρινός ναός του Οσίου Νίκωνος (ανάμεσα στα 1897-1901), και από τότε καθιερώνει πανηγυρικό εορτασμό της μνήμης του Οσίου Νίκωνος με λιτανεία της εικόνας και μεριμνά, ώστε με νόμο η ημέρα εκείνη να είναι αργία στην πόλη. Ιδρύει: τον Ιερατικό Σύνδεσμο, ειδική σχολή Εξομολόγων Ιερέων, τη Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία με την επωνυμία «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Δραγάτης» στον Άγιο Δημήτριο Μυστρά -έργο της οποίας υπήρξε το Βυζαντινό Μουσείο Μυστρά, φιλόπτωχο Εταιρεία υπό την επωνυμία «Άγιος Νίκων ο Μετανοείτε», καθώς και Επαγγελματική σχολή. Ως θαυμαστής της ιστορίας του Βυζαντινού Μυστρά πρώτος αυτός έκαμε δοκιμαστικές ανασκαφές στην παλιά πρωτεύουσα των Παλαιολόγων. Επίσης, εκδίδει το περιοδικό «Δελτίον Εκκλησιαστικόν και Εκπαιδευτικόν». Τέλος, αναδιοργανώνει τις μονές Ζερμπίτσας, Αγίων Τεσσαράκoντα, Αγίων Ανάργυρων, Γόλας και Καστρίου οι οποίες ήδη λειτουργούν στην εκκλησιαστική αυτή επαρχία.

Το 1900 με την έκδοση του Β.Δ. της 22ας Ιανουαρίου (Νόμος ΒΧΔ’) αναδιαρθρώνονται τα εκκλησιαστικά πράγματα και ορίζεται μία Μητρόπολη, η των Αθηνών και ισοπεδώνονται όλες οι εκκλησιαστικές επαρχίες του κράτους και ονομάζονται Επισκοπές. Στο Νομό Λακωνίας ορίζονται δύο επισκοπές: η της Μονεμβασίας και Λακεδαίμονος και η της Γυθείου και Οιίτύλου. Έτσι, τροποποιείται ο νόμος του 1852 και η Αρχιεπισκοπή «Μονεμβασίας και Σπάρτης» μετονομάζεται σε «Μονεμβασίας και Λακεδαίμονος». Η επισκοπή Μονεμβασίας και Λακεδαίμονος αποτελείται από τις επαρχίες Λακεδαίμονος και Επιδαύρου Λιμηράς με έδρα τη Σπάρτη.

Ο Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος διατηρεί τον τίτλο του Αρχιεπίσκοπου Μονεμβασίας και Σπάρτης μέχρι της προαγωγής του στο μητροπολιτικό θρόνο των Αθηνών το 1902, όπου παραμένει μέχρι το 1923. Το 1931 είναι το έτος θανάτου του, μετά από μία λαμπρή δεκαετία έργων και μνημειώδους προσφοράς στους κατοίκους της επαρχίας του.

Με την ανάδειξη του Θεοκλήτου ως Αρχιεπίσκοπου Αθηνών η επισκοπή Μονεμβασίας και Λακεδαίμονος παρέμεινε για μία πενταετία ακέφαλη, τη δε διοίκηση είχε και πάλι η .Επισκοπική Επιτροπή. Στα τέλη του 1906 εκλέγεται ως Επίσκοπος Μονεμβασίας και Λακεδαίμονος ο δραστήριος Αρχιμανδρίτης Ακάκιος Αθανασιάδης, εφημέριος της ελληνικής Κοινότητας στη Λειψία. Εξαιτίας, όμως, άδικης συκοφαντίας για παραβίαση του τυπικού η χειροτονία του νεοεκλεγμένου Μητροπολίτη αναστέλλεται.

Το 1907 εκλέγεται άξιος διάδοχος του Θεοκλήτου στην τοπική Εκκλησία ο πρώτος Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου, Αρχιμανδρίτης Γερμανός Τρωϊάνος (1907-1935), με ευρύτερες σπουδές στη Γερμανία. Ό Τρωϊάνος, αναμφισβήτητα, θεωρείται ένας από τούς λαμπρότερους Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος από την απελευθέρωση του έθνους. Διετέλεσε μέλος της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος για δύο διαφορετικές περιόδους (1911-1912) και (1927-1928). Το έργο του υπήρξε για 28 έτη τελετουργικό, διδακτικό, διοικητικό και κοινωνικό. Συγκεκριμένα: αναδιοργάνωσε τον ιερατικό Σύνδεσμο, μερίμνησε για την καλή λειτουργία των κληροδοτημάτων, των οποίων είχε την προεδρία, ίδρυσε το Σύλλογο αλληλοβοήθειας «Ο Σωτήρ», αποσκοπώντας και αυτός στην αναβάθμιση τού κλήρου, περιόρισε τον αριθμό των ιερέων και θεμελίωσε τον Ι. Ναό τού Οσίου Νίκωνος (10 Μαΐου 1929), επί δημοτικού άρχοντα Ηλία Γκορτσολόγου (1929), Καθοριστικός ο ρόλος του στη σύσταση τού φιλανθρωπικού συλλόγου κυριών Σπάρτης «Άγιοι Ανάργυροι», στην πρωτοβουλία τού οποίου οφείλεται η ίδρυση τού πρώτου νοσοκομείου της πόλεως.

Το 1921 ο Γερμανός στέλνεται από την Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος έως το 1923 στην Αμερική ως Έξαρχος για τη διοργάνωση των εκεί εκκλησιαστικών πραγμάτων, παρά τούς σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι στη συνέχεια τον οδήγησαν στη Γερμανία για θεραπεία. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του η Ι.Σ, ανέθεσε την τοποτηρητεία της Επισκοπής διαδοχικά στους: Επίσκοπο Μαντινείας και Κυνουρίας Γερμανό, Γεώργιο Κοκκώνη εφημέριο της μητροπόλεως, Μελέτιο Γαλανόπουλο ιεροκήρυκα της Σπάρτης και Μητροπολίτη Κυθήρων Δωρόθεο Κοτταρά,

Με την επιστροφή του τον Σεπτέμβριο τού 1924 αναλαμβάνει αμέσως τη διοίκηση της επαρχίας του, παρά το γεγονός ότι η υγεία του είναι ήδη κλονισμένη. Στις 30 Δεκεμβρίου 1935 επέρχεται το μοιραίο.

Το πρώτο διάστημα της ποιμαντορίας του Γερμανού με την προσπάθεια που γίνεται -χωρίς αποτέλεσμα- για την αναθεώρηση τού καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και του ενοριακού νόμου, οι Επισκοπές της χώρας προάγονται σε Μητροπόλεις.

Στη χηρεύουσα Μητρόπολη της Σπάρτης διορίζεται τοποτηρητής ο αρχιμανδρίτης Μελέτιος Γαλανόπουλος, του οποίου η θητεία λήγει με την παμψηφεί εκλογή από την Ιερά Σύνοδο (15 Ιανουαρίου 1936) του Μητροπολίτη Γυθείου, Οίτύλου και Κυθήρων, Διονυσίου Δάφνου από τη Ζάκυνθο, ως Μητροπολίτη Σπάρτης (1936-1959). Ταυτόχρονα με τη μετάθεση τού Μητροπολίτη Γυθείου γίνεται και η πράξη προσαρτήσεως της Μητροπόλεως Γυθείου, Οίτύλου και Κυθήρων στη Μητρόπολη Σπάρτης (ή Μητρόπολη Γυθείου επανιδρύεται με Β.Δ. <136> το φθινόπωρο τού 1936).

Μετά το θάνατο του Μητροπολίτου Γερμανού και με την ανάθεση της Τοποτηρητείας από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο στον Αρχιερατικό Επίτροπο Μελέτιο Γαλανόπουλο, αναφέρεται η Τοπική Εκκλησιαστική Αρχή ως Μητρόπολη Σπάρτης. Στη συνέχεια, από την περίοδο της Ποιμαντορίας τού Διονυσίου Δάφνου και μετέπειτα η Μητρόπολη άλλοτε ονομάζεται Μονεμβασίας και Σπάρτης και άλλοτε Μητρόπολη Σπάρτης.

Η μεγάλη προσφορά και δράση του Διονυσίου Δάφνου υπήρξε πολύπλευρη και πολύτιμη. Επιγραμματικά αναφέρονται: Η ανακαίνιση του Επισκοπείου, η σύσταση του «Ιστορικού .Αρχείου» Σπάρτης, με δαπάνες της Ι. Μονής Αγίων Τεσσαράκοντα, (εγκαίνια: 20 Μάιου 1940), η αποπεράτωση – εγκαίνια (1955) του Ι, Ναού του Οσίου Νίκωνος, η θεμελίωση Παιδικού Σταθμού στη Σπάρτη, η έκδοση τού περιοδικού «Ο Όσιος Νίκων», η ίδρυση «Ιερατικής Στέγης», η σύγκληση ιερατικών συνεδρίων, κ.α. Σημαντικότατο χαρακτηρίζεται και το ιεραποστολικό, πνευματικό και κοινωνικό του έργο. Ο Διονύσιος Δάφνος απεβίωσε το Δεκέμβριο τού 1961, αλλά από το Φεβρουάριο του 1959 είχε υποβάλει την παραίτησή του, λόγω ασθένειας και γήρατος.

Στη συνέχεια εξελέγη ο Κυπριανός Πουλάκος, από τα Σκιφιάνικα Μαλευρίου Λακωνίας, ο οποίος ήταν ήδη (για μία περίπου οκταετία) Μητροπολίτης Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου. Τη Μητρόπολη Σπάρτης ποίμανε από το 1959 έως το 1970. Η συμβολή του θεωρείται καθοριστική στην ανέγερση του κτιριακού συγκροτήματος για τη δημιουργία Πνευματικού Κέντρου της τοπικής Εκκλησίας (Στέγη Νεότητας) και του Οικοτροφείου. Έθεσε σε λειτουργία το Γηροκομείο της Σπάρτης, στο κτίριο τού μικρού Νοσοκομείου «Οι Άγιοι Ανάργυροι», καθώς και τις Παιδικές Κατασκηνώσεις στον Πάρνωνα. Επίσης, ίδρυσε σχολή Βυζαντινής Μουσικής, κατασκεύασε τον οίκο των Ιεροκηρύκων (όπου στεγάστηκε το Ιστορικό Αρχείο) , εξέδωσε τα περιοδικά «Γαλήνη», «τα Κατηχητικά Νέα», μερίμνησε για την αγιογράφηση του Ι. Ναού του Οσίου Νίκωνος, θεμελίωσε το νέο Ι. Ναό του Αγίου Νικολάου (Χατίπι) και δημιούργησε τέταρτη ενορία με ενοριακό Ι. Ναό τον Άγιο Σπυρίδωνα. Ο Κυπριανός, επίσης, με την παρότρυνση των τότε Επιμελητών των Κλασικών και Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Σπάρτης και Μυστρά, κ.κ. Δεληβοριά και Ζία, συγκέντρωσε (1968) εικόνες και τέμπλα αρχαιολογικής αξίας -τα οποία και τοποθέτησε για διαφύλαξη στον οίκο των Ιεροκηρύκων- δημιουργώντας έτσι τον πυρήνα τού Μουσείου, πού θα ιδρυθεί είκοσι χρόνια περίπου αργότερα. Το υλικό αυτό, μάλιστα, το εξέθεσε στο Πνευματικό Κέντρο. Το 1970 αναγκάστηκε να αποσυρθεί οπό την ενεργό Υπηρεσία.

Το πρώτο τρίμηνο του 1971 ορίζεται ως τοποτηρητής ο Μητροπολίτης της γειτονικής Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, Θεόκλητος Φιλιππαίος. Ακολούθως, στο Μητροπολιτικό θρόνο χειροτονείται ο επί μία εικοσαετία (1950-1970) Ιεροκήρυκας της Ι. Μητροπόλεως, Ιερόθεος Κυριαζόπουλος (1971-1980), ο οποίος με πολλή αγάπη και ζήλο συνέχισε τη λειτουργία του Οικοτροφείου, εξασφαλίζοντας και στέγη θηλέων. Θεμελίωσε και σε σύντομο χρονικό διάστημα έθεσε σε λειτουργία το νέο σύγχρονο Γηροκομείο της πόλεως, θεμελίωσε και ανήγειρε τον από σκυρόδεμα σκελετό ολόκληρου του Επισκοπείου, ανακαίνισε εξωτερικά το Μητροπολιτικό Ιερό Ναό τής Ευαγγελίστριας, συνέστησε το Φιλανθρωπικό Σύλλογο «Ο Άγιος Παντελεήμων», επανεξέδωσε το περιοδικό «Όσιος Νίκων», κ.λπ. Απέθανε αιφνιδίως στις 2 Μαρτίου τού 1980 στη Θεσσαλονίκη. Τούς επόμενους επτά μήνες ανέλαβε ως τοποτηρητής ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θεμέλης, του οποίου το πέρασμα μένει ανεξίτηλο.

Ιερά Μητρόπολις Γυθείου και Οιτύλου

Αρχικά το Γύθειο, με τη σύσταση του Βασιλείου της Ελλάδος αποτελούσε ενοριακό χωριό της Επισκοπής Καρυουπόλεως, η οποία άνηκε στη Μητρόπολη Λακαιδεμονίας. Με το "Β.Δ. από 21 Νοεμβρίου 1833" "Περί διορισμού του προσωπικού των Επισκοπών του Βασιλείου", το Γύθειο έγινε έδρα επισκοπής, μία από τις τότε πέντε νέες επισκοπές της Μάνης, καταργουμένων ισάριθμων παλαιοτέρων μεταξύ των οποίων και της επισκοπής Καρυουπόλεως. Οι νέες επισκοπές βάσει του διατάγματος αυτού, με τις αντίστοιχες καταργηθείσες ήταν:

  1. Επισκοπή Γυθείου: Επίσκοπος Κύριλλος ο πρώην Καρυουπόλεως, (καταργηθείσα επισκοπή).
  2. Επισκοπή Ασίνης: Επίσκοπος Μακάριος ο πρώην Λαγίας, (καταργηθείσα επισκοπή).
  3. Επισκοπή Οιτύλου: Επίσκοπος Ιωσήφ, ο πρώην Μαΐνης, (καταργηθείσα επισκοπή).
  4. Επισκοπή Ζυγού: Επίσκοπος Άνθιμος, ο πρώην Πλάτσης, (καταργηθείσα επισκοπή), και η
  5. Επισκοπή Καρδαμύλης: Επίσκοπος Ιωαννίκιος, ο πρώην Μηλέας, (καταργηθείσα επισκοπή).

Το Διάταγμα αυτό υπήρξε σταθμός στην νεότερη εκκλησιαστική ιστορία της Μάνης, καθώς και της ιστορούμενης πρωτεύουσας, του Γυθείου.

  • Σημειώνεται ότι η Μάνη είναι η τελευταία περιοχή της Ελλάδος που εκχριστιανίστηκε και μάλιστα ολοκληρωτικά επί τουρκοκρατίας. Σπουδαιότερες επισκοπές, εκτός των δύο μητροπόλεων Λακεδαιμονίας και Μονεμβασίας, που είχαν ιδρυθεί (από τους βυζαντινούς χρόνους) στη Μάνη, ήταν: η Επισκοπή Μαΐνης, που είχε προαχθεί σε αρχιεπισκοπή, η Επισκοπή Καρυουπόλεως και η Επισκοπή Ζαρνάτας, που είχε επίσης προαχθεί σε αρχιεπισκοπή. Στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 δημιουργήθηκαν πολλές άλλες, όχι όμως και με τόσο νόμιμες διαδικασίες. Σχεδόν κάθε μεγάλο χωριό εμφανίζονταν ως επισκοπική έδρα. Ειδικότερα στη Μάνη δημιουργήθηκαν εκτός των παραπάνω οι επισκοπές Πλάτσης, Λαγίας, Μηλέας και Ανδρούβιστας υπαγόμενες στον Μητροπολίτη Μονεμβασίας και η επισκοπή Μαλτσίνας, υπαγόμενη στο Μητροπολίτη Λακεδαιμονίας. Αυτή η διάρθρωση ίσχυε μέχρι το 1833 που εφαρμόσθηκε η νέα εκκλησιαστική διαίρεση ακολουθώντας τη διοικητική διαίρεση του νέου Βασιλείου. Ήταν όμως αδύνατο να καλυφθούν οι τόσοι υπεράριθμοι διαθέσιμοι ιεράρχες των καταργουμένων εδρών καθώς και άλλοι που έρχονταν πρόσφυγες από τουρκοκρατούμενες ακόμη περιοχές. Αυτό είχε ως συνέπεια οι περισσότεροι να γίνουν βοηθοί επισκόπων (τιτουλάριοι), και κάποιοι να καταγγέλλουν τη Διοίκηση της Χώρας και ειδικότερα τον Βασιλέα Όθωνα ως εχθρό της Ορθοδοξίας.

Πρώτος επίσκοπος Γυθείου ορίστηκε ο από Καρυουπόλεως Κύριλλος Γέρμος (1833-Ιούλιος 1842). Αργότερα οι πέντε περιφερειακές Επισκοπές (Γυθείου, Ασίνης, Οιτύλου, Ζυγού και Καρδαμύλης) ενώνονται διαδοχικά με την Επισκοπή Λακεδαίμονος, η συγχώνευση αυτή πραγματοποιείται το χρονικό διάστημα 1834-1852. Συγκεκριμένα, η αρχή γίνεται με την Επισκοπή Καρδαμύλης (1834) μετά την παραίτηση του επισκόπου της, και ακολουθούν οι Επισκοπές Οιτύλου, Ζυγού (1841) που καταργήθηκαν λόγω μακράς χηρείας, και Γυθείου (1842) που καταργήθηκε επίσης λόγω μακράς χηρείας μετά τον θάνατο του Κύριλλου. Τελευταία ενώνεται η Επισκοπή Ασίνης που παρέμενε η μόνη που είχε επιζήσει (1852). Το διάστημα μεταξύ των ετών 1844-1852 την διοίκηση της περιοχής ασκεί Επισκοπική Επιτροπή.

Με το Νόμο από 9 Απριλίου 1852 ανασυστάθηκε η επισκοπή Γυθείου και η επισκοπή Οιτύλου. Το 1888 η επισκοπή Οιτύλου καταργήθηκε και συγχωνεύτηκε με την επισκοπή Γυθείου και αποτέλεσαν μια ενιαία πλέον επισκοπή. Έτσι η επισκοπή Γυθείου και Οιτύλου απέκτησε τα σημερινά της γεωγραφικά όρια. Κατά το 1936 συγχωνεύτηκε η επισκοπή Γυθείου, Οιτύλου και Κυθήρων (η επισκοπή Κυθήρων για βραχύ διάστημα αποτέλεσε τμήμα της επισκοπής Γυθείου και Οιτύλου) για εννιά μήνες περίπου με τη μητρόπολη Μονεμβασίας και Σπάρτης, μετά την μετάθεση του επισκόπου Γυθείου και Οιτύλου Διονυσίου στη επισκοπή Μονεμβασίας και Σπάρτης, διατηρώντας έτσι και τους δύο τίτλους. Μετά όμως το γενικό ξεσηκωμό των Μανιατών που δεν ήθελαν να εξαρτώνται από την Επισκοπή Σπάρτης, η επισκοπή Γυθείου και Οιτύλου ανασυστάθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα 136, το Φθινόπωρο του 1936.
Η Ιερά Μητρόπολις Γυθείου και Οιτύλου αποτελεί σήμερα μία από τις 81 Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με έδρα το Γύθειο.

   

D.G. Ταπετσαρίες Επίπλων

tapetsaries epiplon

   

www.nightwalk.gr

nightwalk.gr-2

Μουσική, Φωτογραφία, Κινηματογράφος,

Έξοδος, Περιηγήσεις, Ραδιόφωνο, Videos

   

evergrip

evergrip

   
   

greenpeace   mesogeios   unicef   hamogelo   actionaid   wwf   giatroi kosmoy   msf

   
© 2007 - 2017 plytra.gr / Designed by Panagiotis Sp - Hosting by Pointer.gr